Meaning of ρεζερβέ | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που είναι αγκαζαρισμένος, που έχει κρατηθεί
- που βάζω κατά μέρος, που βάζω στην άκρη, έχω ως εφεδρεία
Ισοδύναμα
English
Reserved
Παραδείγματα
“το εστιατόριο ανοίγει την είσοδο στους θαμώνες του κατόπιν ρεζερβέ”
“άσε ένα απόθεμα ρεζερβέ για ώρα έκτακτης ανάγκης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.