Meaning of ρήμα | Babel Free
/ˈɾi.ma/Ορισμοί
- λέξη που φανερώνει πως ένα υποκείμενο ενεργεί ή παθαίνει ή βρίσκεται σε μια κατάσταση
- λόγος, με την έννοια "λέξεις" ή "φράσεις"
Ισοδύναμα
English
Verb
Παραδείγματα
“παραδείγματα ρημάτων: ακούω, ακούγομαι, γράφω, κοιμάμαι, αγοράζω”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.