Meaning of προσδοκία | Babel Free
/pɾoz.ðoˈci.a/Ορισμοί
το να αναμένεις, να ελπίζεις, ότι θα συμβεί κάτι (καλό ή κακό)
Ισοδύναμα
English
Expectancy
Παραδείγματα
“Μεγάλες Προσδοκίες”
Great Expectations
“Το προϊόν δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου.”
The product did not meet my expectations.
“※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.