HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of προάγω | Babel Free

Verb CEFR B1
/pɾoˈa.ɣo/

Ορισμοί

  1. φροντίζω για την ανάπτυξη μιας σχέσης, συνήθως εμπορικής, πολιτιστικής, διμερούς κ.λπ.
  2. αναβαθμίζω, προωθώ, προβιβάζω

Ισοδύναμα

English forward

Παραδείγματα

“Με αυτές τις εμπορικές συμφωνίες προάγονται και οι πολιτικές και πολιτισμικές σχέσεις των δύο κρατών”
“Προάγεται ένας μαθητής σε μια τάξη του σχολείου/Προάγεται σε διευθυντή ο υποδιευθυντής/Προάγεται σε συνταγματάρχη ο ταγματάρχης κ.λπ.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See προάγω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course