Meaning of πομπή | Babel Free
Ορισμοί
- πολλά άτομα ή οχήματα που κινούνται αργά, σε σειρά, κυρίως σε τελετή ή άλλη εκδήλωση
- εικόνα που προσομοιάζει σε επίσημη πομπή
- διασυρμός, με τη μεσαιωνική έννοια (και μπομπή) : αίσχη, μια αισχρή πράξη, κάτι ντροπιαστικό που θέλει να κρύψει το άτομο
Ισοδύναμα
English
Procession
Παραδείγματα
“Η πομπή του Επιταφίου”
“Η πομπή της κηδείας”
“Η πομπή των Παναθηναίων”
“Είχε απίστευτη κίνηση στο δεξί διάζωμα γιατί έκαναν έργα στο αριστερό και στο μεσαίο, πηγαίναμε ο ένας πίσω από τον άλλο σε μια ατελείωτη πομπή”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.