HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πινελιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η ενέργεια με την οποία ακουμπάμε ή σύρουμε ένα πινέλο πάνω σε μια επιφάνεια αφήνοντας ένα ίχνος χρώματος
  2. το ίχνος του χρώματος που αφήνει μια τέτοια ενέργεια

Ισοδύναμα

7 more languages
Catalàpinzellada
Italianopennellata
Nederlandspenseelstreek
Portuguêspincelada
Русскиймазок

Παραδείγματα

“βάζω τις τελευταίες πινελιές”

to add the finishing touches

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πινελιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free