πινελιές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πινελιά
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Πρόσθεσε μερικές χρωματιστές πινελιές στον πίνακα.”
He added some colorful brushstrokes to the painting.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free