HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πινέλο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
piˈne.lo

Ορισμοί

  1. εργαλείο με σκληρές ή μαλακότερες τρίχες στο ένα άκρο του, με το οποίο βάφουμε ή απλώνουμε κάτι σε μια επιφάνεια
  2. είδος ανολοκλήρωτης ερωτικής επαφής
    vulgar

Ισοδύναμα

39 more languages

Παραδείγματα

“Καθάρισε το πινέλο μετά τη ζωγραφική.”

Clean the paintbrush after painting.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πινέλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free