Σημασία του πατέντα | Babel Free
paˈten.daΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η επίσημη αναγνώριση από την αρμόδια (κρατική) υπηρεσία ότι μια συγκεκριμένη εφεύρεση είναι έργο ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο έχει και τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης της εφεύρεσης αυτής
-
η πρωτότυπη λύση που δίνει κάποιος σε ένα συγκεκριμένο τεχνικό πρόβλημα broadly
Ισοδύναμα
Bosanski
patent
Suomi
patentoida
Hrvatski
patent
Italiano
brevetto
brevetto
dichiarata
dichiarata
dichiarate
dichiarate
dichiarato
dichiarato
esclusiva
esclusiva
evidente
inconfondibile
patenti
patenti
Kurdî
patent
Српски
patent
Svenska
patentera
Tiếng Việt
bằng sáng chế
中文
專利
ZH-TW
專利
Παραδείγματα
“Πώς θα το φτιάξουμε αυτό χωρίς ανταλλακτικά; Πρέπει να βρούμε καμιά πατέντα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free