πατέντα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η επίσημη αναγνώριση από την αρμόδια (κρατική) υπηρεσία ότι μια συγκεκριμένη εφεύρεση είναι έργο ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο έχει και τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης της εφεύρεσης αυτής
-
η πρωτότυπη λύση που δίνει κάποιος σε ένα συγκεκριμένο τεχνικό πρόβλημα broadly
Ισοδύναμα
18 more languages
Bosanskipatent
Suomipatentoida
Hrvatskipatent
Kurdîpatent
Српскиpatent
Svenskapatentera
Tiếng Việtbằng sáng chế
中文專利
繁體中文專利
Παραδείγματα
“Πώς θα το φτιάξουμε αυτό χωρίς ανταλλακτικά; Πρέπει να βρούμε καμιά πατέντα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free