Meaning of παραίτηση | Babel Free
/paˈretisi/Ορισμοί
- η οικειοθελής αποχώρηση από μια θέση εργασίας ή ένα αξίωμα
- η εγκατάλειψη μιας προσπάθειας
- η απώλεια της διάθεσης για νέες προσπάθειες
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“υποβάλλω την παραίτησή μου”
“※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“η μελαγχολία τον οδήγησε σε παραίτηση από τη ζωή”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.