HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παλάβρα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/paˈla.vɾa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. κενολογία, ανοησία (ανόητα λόγια), κουβέντα χωρίς σημασία ή αξία
  3. παλαβωμάρα (από παρετυμολόγηση)

Παραδείγματα

“※ —Τί λεγατε; —Παλάβρες, είπε η Αγγελική (Άγγελος Τερζάκης, Η μενεξεδένια πολιτεία (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ⁸1976), σ. 94)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παλάβρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course