παλάβρα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- κενολογία, ανοησία (ανόητα λόγια), κουβέντα χωρίς σημασία ή αξία
- παλαβωμάρα (από παρετυμολόγηση)
Ισοδύναμα
18 more languages
العربيةهرش
Българскипоми́я
Bosanskisačma
Catalàabsurditat
Hrvatskisačma
Nederlandsprietpraat
Portuguêsdisparate
Српскиsačma
Svenskastrunt
Türkçesaçma
Παραδείγματα
“※ —Τί λεγατε; —Παλάβρες, είπε η Αγγελική (Άγγελος Τερζάκης, Η μενεξεδένια πολιτεία (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ⁸1976), σ. 94)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free