Meaning of παλάβρα | Babel Free
/paˈla.vɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- κενολογία, ανοησία (ανόητα λόγια), κουβέντα χωρίς σημασία ή αξία
- παλαβωμάρα (από παρετυμολόγηση)
Παραδείγματα
“※ —Τί λεγατε; —Παλάβρες, είπε η Αγγελική (Άγγελος Τερζάκης, Η μενεξεδένια πολιτεία (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, ⁸1976), σ. 94)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.