Meaning of πάτημα | Babel Free
/ˈpa.ti.ma/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ
- η θέση (ακούμπημα του ποδιού σε μια επιφάνεια (έδαφος, πάτωμα κ.λπ.)
- η πίεση που ασκείται με τα πόδια ή με τα χέρια
-
η πατημασιά / πατησιά ή το περπάτημα broadly
-
τρόπος σιδερώματος με πίεση σε συγκεκριμένα σημεία especially
- η οριζόντια επιφάνεια ενός σκαλιού / σκαλοπατιού
-
δικαιολογία ή επιχείρημα τα οποία επικαλείται κάποιος, προκειμένου να δικαιολογήσει ή να υποστηρίξει κάτι figuratively
Ισοδύναμα
English
Footing
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.