HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πάτημα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈpa.ti.ma/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πατώ
  2. η θέση (ακούμπημα του ποδιού σε μια επιφάνεια (έδαφος, πάτωμα κ.λπ.)
  3. η πίεση που ασκείται με τα πόδια ή με τα χέρια
  4. η πατημασιά / πατησιά ή το περπάτημα
    broadly
  5. τρόπος σιδερώματος με πίεση σε συγκεκριμένα σημεία
    especially
  6. η οριζόντια επιφάνεια ενός σκαλιού / σκαλοπατιού
  7. δικαιολογία ή επιχείρημα τα οποία επικαλείται κάποιος, προκειμένου να δικαιολογήσει ή να υποστηρίξει κάτι
    figuratively

Ισοδύναμα

English Footing

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πάτημα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course