Σημασία του πάστα | Babel Free
ˈpa.staΟρισμοί
- τρόφιμα που τα έχουν παστώσει
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- είδος αλοιφής ή άλλης εύπλαστης μάζας, που προκύπτει από την ανάμειξη διαφόρων υλικών και χρησιμοποιείται για ποικίλους σκοπούς
-
ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή τα διάφορα (έμφυτα) χαρακτηριστικά του figuratively
- είδος γλυκού (συνήθως προϊόν ζαχαροπλαστικής) που αποτελείται κατά βάση από στρώσεις από παντεσπάνι ή σαβαγιάρ, κρέμα, σαντιγί κι άλλα υλικά (π.χ. φρούτα) κι απαντάται σε διάφορες παραλλαγές
- ζυμαρικά όπως μακαρόνια και άλλα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οδοντόπαστα”
toothpaste
“υποκοριστικά: παστάκι, παστούλα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free