HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πάστα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈpa.sta/

Ορισμοί

  1. τρόφιμα που τα έχουν παστώσει
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. είδος αλοιφής ή άλλης εύπλαστης μάζας, που προκύπτει από την ανάμειξη διαφόρων υλικών και χρησιμοποιείται για ποικίλους σκοπούς
  4. ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή τα διάφορα (έμφυτα) χαρακτηριστικά του
    figuratively
  5. είδος γλυκού (συνήθως προϊόν ζαχαροπλαστικής) που αποτελείται κατά βάση από στρώσεις από παντεσπάνι ή σαβαγιάρ, κρέμα, σαντιγί κι άλλα υλικά (π.χ. φρούτα) κι απαντάται σε διάφορες παραλλαγές
  6. ζυμαρικά όπως μακαρόνια και άλλα

Παραδείγματα

“οδοντόπαστα”

toothpaste

“υποκοριστικά: παστάκι, παστούλα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πάστα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course