Meaning of οξιά | Babel Free
/oˈksça/Ορισμοί
- φυλλοβόλο δέντρο του γένους Fagus που έχει λεπτά πράσινα μυτερά και ωοειδή φύλλα, λείο και γκρίζο κορμό και μικρούς καρπούς, σε τριγωνικό σχήμα με ακανθώδες ξυλώδες κάλυμμα· περιλαμβάνει δέκα είδη που συναντώνται στην Ευρώπη, Ασία και Βόρειο Αμερική
-
το ξύλο του δέντρου της οξιάς figuratively
Ισοδύναμα
English
beech
Παραδείγματα
“※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.