HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξέμπαρκος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο άνεργος ναυτικός ή εκείνος που θέλει για λίγο να ξεκουραστεί στην ξηρά
  2. , (λαϊκότροπο) ο μοναχικός, που δεν έχει παρέα, αλλά συνήθως νοείται εκείνος-η που στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν έχει ερωτικό σύντροφο και όχι αόριστα φίλους ή φίλες
    figuratively
  3. , (λαϊκότροπο) παράταιρος, ασυσχέτιστος, αταίριαστος, μοναχικός, που δεν υπάγεται σε σύνολο, ξεκάρφωτος
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“≠ αντώνυμα: μπαρκαρισμένος”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξέμπαρκος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course