ντομάτα
Ορισμοί
- το φυτό ντοματιά
- ο καρπός της ντοματιάς
Ισοδύναμα
44 more languages
Afrikaanstamatie
العربيةبندورة
Беларускаяпамідор
Българскидомат
Cymraegtomato
Dansktomat
Esperantotomato
Eestitomat
Euskaratomate
Galegotomate
עבריתעגבנייה
हिन्दीटमाटर
Magyarparadicsom
Bahasa Indonesiatomat
Íslenskatómatur
Lietuviųpomidoras
Bahasa Melayutomato
Nederlandstomaat
Românăroșie
Ikinyarwandayanya
Slovenščinaparadižnik
Kiswahilinyanya
Tiếng Việtcà chua
中文番茄
繁體中文番茄
isiZuluutamatisi
Παραδείγματα
“αγγούρια και ντομάτες σαλάτα”
cucumber and tomato salad
“※ Πιάτο της γιορτής από τα τέλη κιόλας του 19^(ου) αιώνα, το πολίτικο, αλλά και το ελλαδίτικο ροσμπίφ φορά την κόκκινη σάλτσα της ντομάτας και παντρεύεται με χοντρό μακαρόνι, αγνοώντας τη μέτρια ψημένη με αρωματικά στον φούρνο εκδοχή του εγγλέζου προγόνου του. (εφ. Το Βήμα, 22.12.2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free