Meaning of νόθος | Babel Free
/ˈno.θos/Ορισμοί
- που γεννήθηκε εκτός γάμου
-
αλλοιωμένος, διαστρεβλωμένος, παραποιημένος figuratively
-
που αποδίδεται εσφαλμένα σε κάποιο συγγραφέα, όντας ψευδεπίγραφο ή με σκοπό την εξαπάτηση especially
- ασαφής, συγκεχυμένος, παραπλανητικός
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: εξώγαμος, μπάσταρδος”
“≠ αντώνυμα: γνήσιος, νόμιμος”
“≈ συνώνυμα: κάλπικος, κίβδηλος, νοθευμένος”
“≠ αντώνυμα: ανόθευτος, αυτούσιος”
“≈ συνώνυμα: πλαστός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.