Meaning of εξώγαμος | Babel Free
/eˈkso.ɣa.mos/Ορισμοί
- : αυτός, -ή, -ό που προέρχεται ή αναφέρεται σε εξωγαμία
- που συμβαίνει εκτός γάμου
- που γεννιέται εκτός γάμου
- που αποκτάται εκτός γάμου
Παραδείγματα
“εξώγαμη σχέση, εξώγαμη συνουσία”
“εξώγαμο τέκνο”
“εξώγαμο απόκτημα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.