Meaning of νεότερος | Babel Free
Ορισμοί
- πιο νέος σε ηλικία, μικρότερος
- που αναφέρεται στην περίοδο που είναι πιο κοντινή στην εποχή μας
- συνοδευτικό του ονόματος του γιού που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του
Παραδείγματα
“μετά τις διακοπές φαίνεται δέκα χρόνια νεότερος”
“η νεότερη ποίηση απαρνήθηκε την ομοιοκαταληξία”
“Η Κυρία με τις Καμέλιες είναι ένα κλασικό έργο του Αλέξανδρου Δουμά του νεότερου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.