Meaning of νεόκοπος | Babel Free
/neˈo.ko.pos/Ορισμοί
- που τον έκοψαν πρόσφατα
- που κόπηκε πρόσφατα, που πρόσφατα κυκλοφόρησε (για νόμισμα)
-
καινούργιος, πρόσφατος broadly, figuratively
-
που ασχολήθηκε πρόσφατα με κάποιο τομέα (εργασιακό, πολιτικό κ.λπ.), χωρίς να έχει αποκτήσει πείρα, αλλά παρ’ όλα αυτά ενίοτε αβάσιμα κομπάζει ότι τον γνωρίζει καλά broadly, figuratively, ironic, offensive
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.