Σημασία του νεόκοπος | Babel Free
neˈo.ko.posΟρισμοί
- που τον έκοψαν πρόσφατα
- που κόπηκε πρόσφατα, που πρόσφατα κυκλοφόρησε (για νόμισμα)
-
καινούργιος, πρόσφατος broadly, figuratively
-
που ασχολήθηκε πρόσφατα με κάποιο τομέα (εργασιακό, πολιτικό κ.λπ.), χωρίς να έχει αποκτήσει πείρα, αλλά παρ’ όλα αυτά ενίοτε αβάσιμα κομπάζει ότι τον γνωρίζει καλά broadly, figuratively, ironic, offensive
Ισοδύναμα
Dansk
nymodens
Français
d'un nouveau genre
hôtel des monnaies
intrant
menthe
Menthe à l’eau
monnayer
néophyte
néophyte
novice
novice
Gaeilge
nua-aimseartha
Svenska
nymodig
Українська
м'ятний
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free