HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νεόκοπος | Babel Free

Adjective CEFR B2
/neˈo.ko.pos/

Ορισμοί

  1. που τον έκοψαν πρόσφατα
  2. που κόπηκε πρόσφατα, που πρόσφατα κυκλοφόρησε (για νόμισμα)
  3. καινούργιος, πρόσφατος
    broadly, figuratively
  4. που ασχολήθηκε πρόσφατα με κάποιο τομέα (εργασιακό, πολιτικό κ.λπ.), χωρίς να έχει αποκτήσει πείρα, αλλά παρ’ όλα αυτά ενίοτε αβάσιμα κομπάζει ότι τον γνωρίζει καλά
    broadly, figuratively, ironic, offensive

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νεόκοπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course