Meaning of καινοφανής | Babel Free
/cenofaˈnis/Ορισμοί
- που εμφανίζεται για πρώτη φορά, πρωτοεμφανιζόμενος
- καινοφανής αστέρας: είδος αστέρα που διακρίνεται για πρώτη φορά με το γυμνό μάτι κατά την ξαφνική αύξηση της λαμπρότητάς του
Παραδείγματα
“καινοφανής τραγουδιστής, καινοφανείς δικαιολογίες”
“συμβάν καινοφανές για τα ελληνικά δεδομένα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.