μόρφωμα
Ορισμοί
- ό,τι έχει λάβει πλέον μια οριστική μορφή μέσα σ' ένα σύνολο
- κοινωνικός σχηματισμός με κοινά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (συνήθως δεν ταυτίζεται απόλυτα με συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, όμως προκύπτουν στατιστικοί συσχετισμοί)
- σχηματισμός μέσα σε όργανο ή ιστό του οποίου ο ιστός που διαφέρει από τον περιβάλλοντα
Ισοδύναμα
16 more languages
Παραδείγματα
“Το νέο κόμμα αποτελεί ένα ιδιότυπο πολιτικό μόρφωμα.”
“※ Έτσι ας συστηματοποιήσουμε εννοιακά τα νέα στοιχεία του καπιταλιστικού μορφώματος, που είναι η διαμόρφωση ενός πνεύματος τεχνολογισμού και ορθολογισμού μεθοδολογικής και φιλοσοφικής απολυτότητας, θεσμικά - πολιτικά, κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, που ονομάστηκε κακώς δημοκρατία. (Κώστας Καλοκαιρινός, Πρόταση ιστορικής ανάλυσης της σύγχρονης πολιτισμικά κατάστασης, εφημ. Αυγή, 3/07/2013 https://www.avgi.gr/politiki/58464_protasi-istorikis-analysis-tis-syghronis-politismika-katastasis?amp)”
“μόρφωμα σφαιρικό κυστικό, μεγέθους μανταρινιού”
“μόρφωμα ακανόνιστο συμπαγές με μέγιστο μήκος 5 cm”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free