Meaning of μόρφωμα | Babel Free
/ˈmoɾ.fo.ma/Ορισμοί
- ό,τι έχει λάβει πλέον μια οριστική μορφή μέσα σ' ένα σύνολο
- κοινωνικός σχηματισμός με κοινά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (συνήθως δεν ταυτίζεται απόλυτα με συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, όμως προκύπτουν στατιστικοί συσχετισμοί)
- σχηματισμός μέσα σε όργανο ή ιστό του οποίου ο ιστός που διαφέρει από τον περιβάλλοντα
Παραδείγματα
“Το νέο κόμμα αποτελεί ένα ιδιότυπο πολιτικό μόρφωμα.”
“※ Έτσι ας συστηματοποιήσουμε εννοιακά τα νέα στοιχεία του καπιταλιστικού μορφώματος, που είναι η διαμόρφωση ενός πνεύματος τεχνολογισμού και ορθολογισμού μεθοδολογικής και φιλοσοφικής απολυτότητας, θεσμικά - πολιτικά, κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας, που ονομάστηκε κακώς δημοκρατία. (Κώστας Καλοκαιρινός, Πρόταση ιστορικής ανάλυσης της σύγχρονης πολιτισμικά κατάστασης, εφημ. Αυγή, 3/07/2013 https://www.avgi.gr/politiki/58464_protasi-istorikis-analysis-tis-syghronis-politismika-katastasis?amp)”
“μόρφωμα σφαιρικό κυστικό, μεγέθους μανταρινιού”
“μόρφωμα ακανόνιστο συμπαγές με μέγιστο μήκος 5 cm”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.