Meaning of μπόρα | Babel Free
/ˈbo.ɾa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η ξαφνική έντονη βροχή με μικρή διάρκεια, ξαφνική βροχόπτωση ισχυρή ή και καταρρακτώδης
- στην έκφραση «άνεμος τύπου μπόρα (bora)»: καταβάτης άνεμος που φέρει ψυχρό ρεύμα αέρα
- η καταιγίδα
-
οι άσχημες περιστάσεις στη ζωή figuratively
Παραδείγματα
“μπόρα είναι και θα περάσει”
the storm will pass; it will blow over
“※ […] ξηρός άνεμος που ονομάζεται Φέν (Foehn). […] πνέουν ∆ και Ν∆ άνεμοι (Λίβας). […] Βέβαια υπάρχουν και άλλοι τοπικοί χαρακτηριστικοί άνεμοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και του κόσμου, όπως οι Eτησίες (Etesians) (είναι τα γνωστά μελτέμια που όταν πνέουν πριν από τον Ιούλιο λέγονται «Πρόδρομοι», ενώ μετά τα μέσα Σεπτεμβρίου «Μετόπωροι»), ο Μπόρα (Bora), ο Μιστράλ (Mistral), ο Βαρδάρης, ο Σιρόκος (Scirocco), ο Σιμούν (Simoon), ο Λεβάντερ (Levanter), ο Λεβάντε (Levante), ο Βενταβάλ (Vendaval), o Λιμπέτσο (Libeccio), ο Παμπέρο, (Pampero), ο Χαμσίν (Chamsin), ο Γκρεγκάλ (Gregale), o Xαρμάταν (Harmattan), κ.α.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.