Ορισμοί
-
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μπόμπας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μπόμπας
-
η βόμβα
vulgar
-
νοθευμένο αλκοολούχο ποτό
slang
-
είδος πολλαπλού σάντουιτς με πολλά στρώματα ψωμιού, συνήθως σε κυλινδρικό σχήμα
-
καταπληκτικός, πολύ καλός
slang
-
το μεγάλο βαρέλι για αέρια ή υγρά
idiomatic
Ισοδύναμα
6 more languages
Παραδείγματα
“Η κυρία Μπόμπα μας υποδέχτηκε στην πόρτα.”
Mrs. Bomba welcomed us at the door.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη μπόμπα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free