Meaning of μπόμπα | Babel Free
/ˈbom.ba/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μπόμπας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μπόμπας
-
η βόμβα vulgar
-
νοθευμένο αλκοολούχο ποτό slang
- είδος πολλαπλού σάντουιτς με πολλά στρώματα ψωμιού, συνήθως σε κυλινδρικό σχήμα
-
καταπληκτικός, πολύ καλός slang
-
το μεγάλο βαρέλι για αέρια ή υγρά idiomatic
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.