Meaning of μπέσα | Babel Free
/ˈbe.sa/Ορισμοί
- λόγος τιμής που δίνεται αμοιβαία ως επιβεβαίωση φιλίας, συνεργασίας ή αλληλοβοήθειας
- γυναικείο επώνυμο
-
εμπιστοσύνη, αξιοπιστία broadly
Παραδείγματα
“έδωσαν μπέσα, δηλ. έδωσαν το λόγο τους για αμοιβαία εμπιστοσύνη ή φιλία”
“※ Από πιτσιρίκα σε λέγανε μπαμπέσα, κι έλαχε σε σένα να δώκω λίγη μπέσα (από λαϊκό τραγούδι)”
“※ Ἡ Μπέσα εἶναι οἱονεὶ προφορικὸν συμβόλαιον ἐντελῶς ἀπαραβίαστον παρὰ τοῖς ̓Αλβανοῖς (Παρνασσός: φιλολογικό περιοδικό, τομ. 14, 1891, σελ. 227)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.