μπέσα
Ορισμοί
- λόγος τιμής που δίνεται αμοιβαία ως επιβεβαίωση φιλίας, συνεργασίας ή αλληλοβοήθειας
- γυναικείο επώνυμο
-
εμπιστοσύνη, αξιοπιστία broadly
Ισοδύναμα
24 more languages
Azərbaycan dilietibarlılıq
Българскинадеждност
Dansktroværdighed
Ελληνικάαξιοπιστία
Esperantofidindeco
Galegofiabilidade
Bahasa Indonesiaketepercayaan
Kurdîêmanet
Nederlandsbetrouwbaarheid
Türkçeemanet
Українськавірогідність
Παραδείγματα
“έδωσαν μπέσα, δηλ. έδωσαν το λόγο τους για αμοιβαία εμπιστοσύνη ή φιλία”
“※ Από πιτσιρίκα σε λέγανε μπαμπέσα, κι έλαχε σε σένα να δώκω λίγη μπέσα (από λαϊκό τραγούδι)”
“※ Ἡ Μπέσα εἶναι οἱονεὶ προφορικὸν συμβόλαιον ἐντελῶς ἀπαραβίαστον παρὰ τοῖς ̓Αλβανοῖς (Παρνασσός: φιλολογικό περιοδικό, τομ. 14, 1891, σελ. 227)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free