HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπέσα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈbe.sa/

Ορισμοί

  1. λόγος τιμής που δίνεται αμοιβαία ως επιβεβαίωση φιλίας, συνεργασίας ή αλληλοβοήθειας
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. εμπιστοσύνη, αξιοπιστία
    broadly

Παραδείγματα

“έδωσαν μπέσα, δηλ. έδωσαν το λόγο τους για αμοιβαία εμπιστοσύνη ή φιλία”
“※ Από πιτσιρίκα σε λέγανε μπαμπέσα, κι έλαχε σε σένα να δώκω λίγη μπέσα (από λαϊκό τραγούδι)”
“※ Ἡ Μπέσα εἶναι οἱονεὶ προφορικὸν συμβόλαιον ἐντελῶς ἀπαραβίαστον παρὰ τοῖς ̓Αλβανοῖς (Παρνασσός: φιλολογικό περιοδικό, τομ. 14, 1891, σελ. 227)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπέσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course