Meaning of μπεσαλής | Babel Free
Ορισμοί
αυτός που έχει μπέσα, που κρατάει το λόγο του, που είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης
vulgar
Παραδείγματα
“※ Τσουγκρίσματα δυνατά, για ν’ ακουστούν και πιο δίπλα, να ξέρουν όλοι ότι διασκεδάζει ο Βάγγος εδώ πέρα, ο Βάγγος ο κουβαρντάς, ο ξηγημένος, ο μπεκιάρης, ο καρντάσης, ο μπεσαλής, ο μόρτης, ο αλήτης, ο άντρας. Μετά της κυρίας του φυσικά (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”
“※ Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.