Meaning of μονιμάς | Babel Free
Ορισμοί
-
μόνιμος υπαξιωματικός ή, σπανιότερα, αξιωματικός, πολλές φορές και ειρωνικά slang
- γενικότερα μόνιμος σε κάποια εργασία
Παραδείγματα
“※ Κυριολεκτικά αναστάτωσε τους Αμερικάνους φαντάρους, που δεν ήταν παιδάκια, όπως στην ταινία, αλλά μονιμάδες, τριαντάρηδες, αγριόφατσες (Λάκης Παπαστάθης, Όταν ο Δαμιανός γύριζε την Ευδοκία, εκδόσεις Πατάκη, 2006)”
“※ Και βέβαια , όλα αυτά μέσα στον ακατασίγαστο σάλαγο των ΜΜΕ, των μονιμάδων της τηλεόρασης, της σεναριολογίας, της «ονοματολογίας», όπου «ζωγραφίζονται» πρόσωπα, σπιλώνονται υπολήψεις ενώ τα αυτόκλητα λαγωνικά ανιχνεύουν ... (Ο Πολίτης, τεύχη 102-106, σελ. 14)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.