Meaning of μονιμότητα | Babel Free
Ορισμοί
- η ιδιότητα του μόνιμου, το να παραμένει κάτι για πολύ χρόνο ή για πάντα στην ίδια θέση ή κατάσταση
-
η ιδιότητα του μόνιμου εργαζομένου, αυτού που έχει προσληφθεί για να καλύψει οργανική θέση για αόριστο χρόνο especially
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων καθιερώθηκε από το σύνταγμα του 1911”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.