Meaning of μισακάρης | Babel Free
/mi.saˈka.ɾis/Ορισμοί
γεωργός που καλλιεργεί μέρος της γης άλλου (συνήθως μεγάλου) γαιοκτήμονα, με αντίτιμο ένα μέρος της σοδειάς (συνήθως τη μισή)· επίμορτος καλλιεργητής
vulgar
Ισοδύναμα
English
tenant farmer
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.