μεσιακάρης
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
άλλη μορφή του μισακάρης Demotic
Ισοδύναμα
16 more languages
Catalàmasover
Suomivuokraviljelijä
Galegoparceiro
עבריתאריס
Italianomezzadro
日本語農民
Kurdîmeger
Polskipołownik
Svenskaarrendator
中文佃農 /佃农
Παραδείγματα
“Οι πρώτοι κάτοικοι του Κολοκουρίου ήταν ντόπιοι μεσιακάρηδες που δούλευαν τα κτήματα του Πασά. («Το Δημοτικό Σχολείο του Σβορώνου», sch.gr, 2010)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free