Meaning of μια χαρά | Babel Free
Ορισμοί
-
συνώνυμο του πολύ καλά, περίφημα adv_phrase
- που είναι καλός ή πολύ καλός όσον αφορά την εμφάνιση, το χαρακτήρα, την ποιότητα κ.ο.κ.
Ισοδύναμα
English
all right
Παραδείγματα
“το ξενοδοχείο δεν είχε πολλές ανέσεις, αλλά περάσαμε μια χαρά κατά τη διαμονή μας εκεί”
“γνωρίσαμε και την κόρη τους, που είναι μια χαρά κοπέλα”
“είναι μια χαρά σκυλί”
“το αυτοκίνητο που αγόρασε είναι μια χαρά για τα χρήματα που του κόστισε”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.