Meaning of μικρο- | Babel Free
Ορισμοί
- α’ συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη την έννοια του μικρού ως προς το μέγεθος, όγκο, την ηλικία, σημασία κ.λπ.
- α’ συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη την έννοια του παθολογικά μικρού
- ένα εκατομμυριοστό (μόνον η μορφή μικρο-)
Ισοδύναμα
English
micro-
Παραδείγματα
“μικροπρέπεια, μικροδείχνω, μικροκλίμα”
“μικρόσωμος, μικρόκοσμος”
“μικρανεψιός, μικρεμπόριο”
“μικροκεφαλία”
“μικροαμπέρ”
“σημείωση: δε μετακινείται ο τόνος. Συνήθως είναι λέξεις απροσάρμοστες στο ελληνικό κλιτικό σύστημα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.