Σημασία του μαγκάλι | Babel Free
ma(ŋ)ˈɡa.liΟρισμοί
μεταλλικό σκεύος, όπου με την καύση κάρβουνων γίνεται προσπάθεια να θερμανθεί ένας χώρος, το πύραυνο.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ το μαγκάλι έχει προκαλέσει σε αρκετές περιπτώσεις δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, λόγω της μη τέλειας καύσης.”
“※ Την ομοιότητα συνεπλήρωσαν βαρέα παραπετάσματα της Προύσσας, διβάνιον εστρωμένον με χρυσοκέντητον ύφασμα, προερχόμενον εκ παλαιάς αρχιερατικής στολής, περσικόν μαγκάλι, σκαμνία μ' επικολλήματα μαργαριτομάννας, και επάργυρος βυζαντινή κολυμβήθρα, μεταβληθείσα εις μεγαλοπρεπές ανθοδοχείον. (Εμμανουήλ Ροΐδης, Ψυχολογία Συριανού συζύγου, 1894).”
“※ «Ας τα κάμει στο μαγκάλι αγάλι αγάλι, να μη μας πάρουν μυρωδιά» παράγγειλε η κυρία Ευθυμία (Χριστίνα Πουλίδου, Άνω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free