HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λιμός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
liˈmos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. πολύ μεγάλη πείνα που οφείλεται σε έλλειψη τροφίμων σε μια περιοχή

Ισοδύναμα

23 more languages
Българскигладнедостиг
Cymraegnewyn
Esperantomalsatego
עבריתרעב
Bahasa Indonesiakekurangan
日本語払底欠乏
한국어기근
Kurdîxela
Nederlandshongersnood
Portuguêsescassezfome
Românăfoamefoamete
Русскийголод
Українськаголод

Παραδείγματα

“Ο Λιμός εργάζεται ως μηχανικός.”

Mr. Limos works as an engineer.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λιμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free