HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λακές | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/laˈces/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. υπηρέτης που φορά στολή
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάκα
    accusative, nominative, plural, vocative
  4. που φέρεται με δουλοπρέπεια, σαν να είναι υπηρέτης
    figuratively

Ισοδύναμα

English Footman Lackey

Παραδείγματα

“※ Ήταν κάποτε ένας ηγεμόνας που τον έτρεμαν όλοι.(...) Μπήκε ένα πρωί, τη συνήθη ώρα, ο αρχιλακές στο υπνοδωμάτιο του ηγεμόνα, αλλά τον βρήκε στο κρεβάτι ασάλευτο, αμίλητο, προπαντός να μη ροχαλίζει και πονηρεύτηκε. (...) Αναζήτησε λοιπόν ο λακές τον δεύτερο στην ιεραρχία γιατρό, ο οποίος βρέθηκε, ήρθε, εξέτασε και αποφάνθηκε: «Νεκρός.» (@enet.gr)”
“※ Και αυτό, γιατί πολλοί θεωρούν ότι η Γαλλία έγινε ο λακές του Ομπάμα, ούσα στο περιθώριο των σκληρών διαπραγματεύσεων σχετικά με την επέμβαση. (@tovima.gr)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λακές used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course