Meaning of λακές | Babel Free
/laˈces/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- υπηρέτης που φορά στολή
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάκα accusative, nominative, plural, vocative
-
που φέρεται με δουλοπρέπεια, σαν να είναι υπηρέτης figuratively
Παραδείγματα
“※ Ήταν κάποτε ένας ηγεμόνας που τον έτρεμαν όλοι.(...) Μπήκε ένα πρωί, τη συνήθη ώρα, ο αρχιλακές στο υπνοδωμάτιο του ηγεμόνα, αλλά τον βρήκε στο κρεβάτι ασάλευτο, αμίλητο, προπαντός να μη ροχαλίζει και πονηρεύτηκε. (...) Αναζήτησε λοιπόν ο λακές τον δεύτερο στην ιεραρχία γιατρό, ο οποίος βρέθηκε, ήρθε, εξέτασε και αποφάνθηκε: «Νεκρός.» (@enet.gr)”
“※ Και αυτό, γιατί πολλοί θεωρούν ότι η Γαλλία έγινε ο λακές του Ομπάμα, ούσα στο περιθώριο των σκληρών διαπραγματεύσεων σχετικά με την επέμβαση. (@tovima.gr)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.