HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του λίμα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈli.ma

Ορισμοί

  1. εργαλείο με μικρές οδοντωτές προεξοχές, που χρησιμεύει στη λείανση μεταλλικών ή ξύλινων επιφανειών και αντικειμένων, ή να λειαίνουμε τα νύχια των χεριών και των ποδιών (στο μανικιούρ/πεντικιούρ)
  2. πείνα
    familiar
  3. τα τραπουλόχαρτα με μικρούς αριθμούς (λ.χ. κάτω του 7 ή 8), που έχουν μικρή αξία - ισχύ στα περισσότερα παιχνίδια με χαρτιά
  4. η πρωτεύουσα του Περού
  5. φλυαρία
    familiar, figuratively
  6. λαιμαργία
    familiar
  7. τα ψιλά
  8. φλύαρος
    figuratively

Ισοδύναμα

العربية ليما
Azərbaycanca törpü
Bosanski lima лима
Čeština Lima
Deutsch Lima Nagelfeile
Français Lima lima lime lime lime lime à ongles
Gaeilge líoma
עברית לימה
हिन्दी लीमा
Hrvatski lima лима
Íslenska lima líma
Italiano lima lima limetta
한국어 리마
Kurdî file
Nederlands Lima nagelvijl
Português lima lima lixa de unha
Română pilă de unghii
Српски lima лима
Svenska Lima nagelfil
Türkçe törpü
Українська Ліма
中文 利馬
ZH-TW 利馬

Παραδείγματα

“※ Έφυγα από το σπήτι μου με την πρόθεση να επισκεφθώ μιαν έκθεσιν ζωγραφικής κάποιου καλού μας καλλιτέχνη, όταν... ο φίλος που συναντούμε στο δρόμο για να μας αλλάξη το πρόγραμμα – όταν δεν μας αλλάζη τον αδόξαστο με τη λίμα του – με παρέσυρε σ' ένα φιλικό τσάϊ.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λίμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free