Meaning of λίμα | Babel Free
/ˈli.ma/Ορισμοί
- εργαλείο με μικρές οδοντωτές προεξοχές, που χρησιμεύει στη λείανση μεταλλικών ή ξύλινων επιφανειών και αντικειμένων, ή να λειαίνουμε τα νύχια των χεριών και των ποδιών (στο μανικιούρ/πεντικιούρ)
-
πείνα familiar
- τα τραπουλόχαρτα με μικρούς αριθμούς (λ.χ. κάτω του 7 ή 8), που έχουν μικρή αξία - ισχύ στα περισσότερα παιχνίδια με χαρτιά
- η πρωτεύουσα του Περού
-
φλυαρία familiar, figuratively
-
λαιμαργία familiar
- τα ψιλά
-
φλύαρος figuratively
Παραδείγματα
“※ Έφυγα από το σπήτι μου με την πρόθεση να επισκεφθώ μιαν έκθεσιν ζωγραφικής κάποιου καλού μας καλλιτέχνη, όταν... ο φίλος που συναντούμε στο δρόμο για να μας αλλάξη το πρόγραμμα – όταν δεν μας αλλάζη τον αδόξαστο με τη λίμα του – με παρέσυρε σ' ένα φιλικό τσάϊ.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.