HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λίμα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈli.ma/

Ορισμοί

  1. εργαλείο με μικρές οδοντωτές προεξοχές, που χρησιμεύει στη λείανση μεταλλικών ή ξύλινων επιφανειών και αντικειμένων, ή να λειαίνουμε τα νύχια των χεριών και των ποδιών (στο μανικιούρ/πεντικιούρ)
  2. πείνα
    familiar
  3. τα τραπουλόχαρτα με μικρούς αριθμούς (λ.χ. κάτω του 7 ή 8), που έχουν μικρή αξία - ισχύ στα περισσότερα παιχνίδια με χαρτιά
  4. η πρωτεύουσα του Περού
  5. φλυαρία
    familiar, figuratively
  6. λαιμαργία
    familiar
  7. τα ψιλά
  8. φλύαρος
    figuratively

Ισοδύναμα

English file Lima nail file

Παραδείγματα

“※ Έφυγα από το σπήτι μου με την πρόθεση να επισκεφθώ μιαν έκθεσιν ζωγραφικής κάποιου καλού μας καλλιτέχνη, όταν... ο φίλος που συναντούμε στο δρόμο για να μας αλλάξη το πρόγραμμα – όταν δεν μας αλλάζη τον αδόξαστο με τη λίμα του – με παρέσυρε σ' ένα φιλικό τσάϊ.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λίμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course