HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λίμα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ˈli.ma

Ορισμοί

  1. εργαλείο με μικρές οδοντωτές προεξοχές, που χρησιμεύει στη λείανση μεταλλικών ή ξύλινων επιφανειών και αντικειμένων, ή να λειαίνουμε τα νύχια των χεριών και των ποδιών (στο μανικιούρ/πεντικιούρ)
  2. πείνα
    familiar
  3. τα τραπουλόχαρτα με μικρούς αριθμούς (λ.χ. κάτω του 7 ή 8), που έχουν μικρή αξία - ισχύ στα περισσότερα παιχνίδια με χαρτιά
  4. η πρωτεύουσα του Περού
  5. φλυαρία
    familiar, figuratively
  6. λαιμαργία
    familiar
  7. τα ψιλά
  8. φλύαρος
    figuratively

Ισοδύναμα

29 more languages
العربيةليما
Azərbaycan dilitörpü
Bosanskilimaлима
ČeštinaLima
Gaeilgelíoma
עבריתלימה
हिन्दीलीमा
Hrvatskilimaлима
Íslenskalimalíma
Italianolimalimetta
한국어리마
Kurdîfile
NederlandsLimanagelvijl
Српскиlimaлима
Türkçetörpü
УкраїнськаЛіма
中文利馬
繁體中文利馬

Παραδείγματα

“※ Έφυγα από το σπήτι μου με την πρόθεση να επισκεφθώ μιαν έκθεσιν ζωγραφικής κάποιου καλού μας καλλιτέχνη, όταν... ο φίλος που συναντούμε στο δρόμο για να μας αλλάξη το πρόγραμμα – όταν δεν μας αλλάζη τον αδόξαστο με τη λίμα του – με παρέσυρε σ' ένα φιλικό τσάϊ.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λίμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free