Κύπρος
Ορισμοί
- το κυπρί
- το μεγάλο νησί της Μεσογείου στην ανατολική της πλευρά
- η χένα, το φυτό Lawsonia inermis και η χρωστική, το έλαιο καθώς και το άρωμα που έβγαινε από αυτό (εικάζεται ότι ονομάστηκε έτσι επειδή ίσως εισαγόταν από την Κύπρο ή υπάρχει και η θεωρία ότι αντιστρόφως η ονομασία της Κύπρου προήλθε από τη λέξη κύπρος)
- η χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κυπριακή Δημοκρατία, το κυπριακό κράτος
Ισοδύναμα
44 more languages
AfrikaansCiprus
العربيةقبرص
БългарскиКипър
CatalàXipre
ČeštinaKypr
DanskCypern
Ελληνικάχένα
EsperantoKipro
EestiKüpros
EuskaraZipre
فارسیقبرس
עבריתקפריסין
हिन्दीसाइप्रस
Hrvatskikipar
Magyarciprus
ՀայերենԿիպրոս
Bahasa IndonesiaSiprus
ÍslenskaKýpur
ItalianoCipro
日本語キプロス
한국어키프로스
KurdîQubris
LatinaCyprus
LietuviųKipras
LatviešuKipra
Bahasa MelayuCyprus
NederlandsCyprus
PortuguêsChipre
RomânăCipru
SlovenčinaCyprus
SlovenščinaCiper
ShqipQipro
SvenskaCypern
ไทยไซปรัส
УкраїнськаКіпр
Tiếng ViệtSíp
中文塞浦路斯
繁體中文塞浦路斯
Παραδείγματα
“Το βράδυ, όταν γύριζαν από τη βοσκή όλου του χωριού τα γίδια, βγαίναμε και τα τρία τ’ αδέρφια, εγώ, η Λένη κι ο Κωστούλας, και την καρτερούσαμε με ψωμί στο χέρι. Κι αυτή τραβούσε μπροστά απ’ όλο το κοπάδι, πιο μπρος κι απ’ τα γκεσέμια, που σέρνανε τους κύπρους τους οκάρικους. Και, σα μας έβλεπε, άρχιζε και βέλαζε. (Αθανάσιος Παπαχαρίσης, Η γιδούλα μας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free