Meaning of Κύπρος | Babel Free
/ˈci.pɾos/Ορισμοί
- το κυπρί
- το μεγάλο νησί της Μεσογείου στην ανατολική της πλευρά
- η χένα, το φυτό Lawsonia inermis και η χρωστική, το έλαιο καθώς και το άρωμα που έβγαινε από αυτό (εικάζεται ότι ονομάστηκε έτσι επειδή ίσως εισαγόταν από την Κύπρο ή υπάρχει και η θεωρία ότι αντιστρόφως η ονομασία της Κύπρου προήλθε από τη λέξη κύπρος)
- η χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κυπριακή Δημοκρατία, το κυπριακό κράτος
Ισοδύναμα
English
Cyprus
Παραδείγματα
“Το βράδυ, όταν γύριζαν από τη βοσκή όλου του χωριού τα γίδια, βγαίναμε και τα τρία τ’ αδέρφια, εγώ, η Λένη κι ο Κωστούλας, και την καρτερούσαμε με ψωμί στο χέρι. Κι αυτή τραβούσε μπροστά απ’ όλο το κοπάδι, πιο μπρος κι απ’ τα γκεσέμια, που σέρνανε τους κύπρους τους οκάρικους. Και, σα μας έβλεπε, άρχιζε και βέλαζε. (Αθανάσιος Παπαχαρίσης, Η γιδούλα μας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.