HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

χένα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈçe.na

Ορισμοί

  1. το φυτό και η χρωστική ουσία που βγαίνει από αυτό και που λεγόταν στην Ελλάδα κύπρος (ταξινομημένο τώρα ως Lawsonia inermis) και που πωλείται σε μορφή σκόνης για βαφή κυρίως των μαλλιών
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. τατουάζ και βαφή δερμάτων και μάλλινων ή άλλων υφασμάτων

Ισοδύναμα

Englishhenna
EspañolalheñahenahennaJena
Françaishenné
31 more languages
العربيةحناء
Българскикъна
Bosanskiкана
Catalàalquena
DeutschHenna
ΕλληνικάΚύπρος
فارسیحنا
עבריתחינה
Hrvatskiкана
Bahasa Indonesiagelam
Қазақ тіліқына
ಕನ್ನಡಗೋರಂಟಿ
Kurdîcanahêna
LatinaCyprus
Македонскикана
Bahasa Melayuinai
Nederlandshenna
Portuguêshena
Românăcana
Русскийхна
Српскикана
தமிழ்மருதாணி
Yorùbálaali

Παραδείγματα

“For the plant, see feminine κίνα (kína)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χένα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free