HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χένα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈçe.na/

Ορισμοί

  1. το φυτό και η χρωστική ουσία που βγαίνει από αυτό και που λεγόταν στην Ελλάδα κύπρος (ταξινομημένο τώρα ως Lawsonia inermis) και που πωλείται σε μορφή σκόνης για βαφή κυρίως των μαλλιών
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. τατουάζ και βαφή δερμάτων και μάλλινων ή άλλων υφασμάτων

Ισοδύναμα

English henna

Παραδείγματα

“For the plant, see feminine κίνα (kína)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χένα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course