Meaning of χένα | Babel Free
/ˈçe.na/Ορισμοί
- το φυτό και η χρωστική ουσία που βγαίνει από αυτό και που λεγόταν στην Ελλάδα κύπρος (ταξινομημένο τώρα ως Lawsonia inermis) και που πωλείται σε μορφή σκόνης για βαφή κυρίως των μαλλιών
- γυναικείο επώνυμο
- τατουάζ και βαφή δερμάτων και μάλλινων ή άλλων υφασμάτων
Ισοδύναμα
English
henna
Παραδείγματα
“For the plant, see feminine κίνα (kína)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.