Meaning of κυβερνών | Babel Free
/ci.veɾˈnon/Ορισμοί
-
που κυβερνά formal
- οι κυβερνώντες: αυτοί που κυβερνούν, η κυβέρνηση
Παραδείγματα
“η κυβερνώσα παράταξη”
“το κυβερνών κόμμα είναι συνήθως πλειοψηφούν στις εκλογές”
“※ Η ταχεία φθορά του κυβερνώντος κόμματος, που μετά την επάνοδό του στην εξουσία φάνηκε να ακολουθεί μια «χαμηλή πτήση» και μια μάλλον «άνευρη πολιτική», αναμενόμενη ή όχι μέσα σε ένα κλίμα ανοικτών πια αμφισβητήσεων και εντεινόμενης «διαδοχολογίας» αλλά και των προβλημάτων της υγείας του (πρωθυπουργού) (Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος: 1828-1997, Ελλάδα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 1997, σελ. 276)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.