Meaning of κρεολός | Babel Free
/kɾe.oˈlos/Ορισμοί
- λευκός που γεννήθηκε από Ευρωπαίους γονείς σε τροπικά κράτη, συνήθως στις Αντίλες ή στην Πολυνησία
- μιγάς, μιγάδας των παραπάνω περιοχών
- που ανήκει στον πολιτισμό των λαών της Καραϊβικής
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.