Meaning of μιγάς | Babel Free
/miˈɣas/Ορισμοί
- που οι γονείς του/της προέρχονται από διαφορετικές μεταξύ τους φυλές
- ανδρικό επώνυμο
- μιγαδικός
- μοναχός που μονάζει σε κοινόβιο
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: μιγάδας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.