HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κουρά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈku.ɾa

Ορισμοί

  1. το κούρεμα (ιδίως των προβάτων)
    formal
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. η περιποίηση και φροντίδα αρρώστου στη διάρκεια της αναρρώσεως
  4. θρησκευτική τελετή στον Ορθόδοξο μοναχισμό, κατά την οποία κάποιος γίνεται, από δόκιμος, μοναχός κουρεύονται τα μαλλιά του

Ισοδύναμα

18 more languages
DeutschTonsur
Ελληνικάκείρω
Esperantotonsuro
Galegotonsura
हिन्दीमुंडन
Magyartonzúra
Íslenskakrúna
日本語剃度
한국어이용
Македонскипостриг
Nederlandstonsuur
Русскийтонзура
Tagalogpanot

Παραδείγματα

“Η κουρά των προβάτων γίνεται συνήθως την άνοιξη.”

The shearing of the sheep is usually done in spring.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κουρά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free