HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κορόνα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
koˈɾo.na

Ορισμοί

  1. το στέμμα του βασιλιά
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. πολύτιμος, πολυαγαπημένος
    figuratively
  4. νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών
  5. (νόμισμα, προφορικό ο εμπροσθότυπος νομίσματος που έχει την παράσταση στέμματος, ή πορτρέτο μονάρχη, ή άλλο σύμβολο
  6. θήκη για δόντι
  7. η εξωτερική στιβάδα της ατμόσφαιρας ενός αστέρα

Ισοδύναμα

44 more languages
العربيةتآجتاج
Azərbaycan dilitac
Българскикорона
Catalàcorona
Češtinakoruna
Cymraegcoron
Danskkrone
Esperantokrono
Eestikroon
فارسیتاج
Gaeilgecoróin
עבריתכתרעץ
हिन्दीताजताज़े
Hrvatskikruna
Magyarkorona
Հայերենթագ
Bahasa Indonesiamahkota
Íslenskakróna
Italianocorona
日本語王冠
ქართულიგვირგვინი
한국어앞면왕관
Latinacorona
Lietuviųkarūna
Latviešukronis
Македонскикру́на
Bahasa Melayumahkota
Nederlandskopkroon
Portuguêscoroa
Românăcoroană
Русскийкорона
Slovenčinakoruna
Slovenščinakrona
Shqipkurorë
Српскикруна
TürkçetaçTura
中文王冠
繁體中文王冠

Παραδείγματα

“φοράει χρυσή κορόνα”
Την αγαπούσε πολύ. Κορόνα στο κεφάλι του την είχε, τίποτα δεν της έλειπε.”
“κορόνα Σουηδίας”
στην έκφραση: κορόνα γράμματα”
“κορόνα δοντιού”
“Η κορόνα του Ήλιου είναι ορατή κατά τη διάρκεια μιας ολικής ηλιακής έκλειψης”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κορόνα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free