Σημασία του κορόνα | Babel Free
koˈɾo.naΟρισμοί
- το στέμμα του βασιλιά
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
πολύτιμος, πολυαγαπημένος figuratively
- νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών
- (νόμισμα, προφορικό ο εμπροσθότυπος νομίσματος που έχει την παράσταση στέμματος, ή πορτρέτο μονάρχη, ή άλλο σύμβολο
- θήκη για δόντι
- η εξωτερική στιβάδα της ατμόσφαιρας ενός αστέρα
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
tac
Български
корона
Čeština
koruna
Cymraeg
coron
Esperanto
krono
Eesti
kroon
فارسی
تاج
Gaeilge
coróin
Hrvatski
kruna
Magyar
korona
Հայերեն
թագ
Bahasa Indonesia
mahkota
Íslenska
króna
日本語
王冠
ქართული
გვირგვინი
Latina
corona
Lietuvių
karūna
Latviešu
kronis
Македонски
кру́на
Bahasa Melayu
mahkota
Română
coroană
Русский
корона
Slovenčina
koruna
Slovenščina
krona
Shqip
kurorë
Српски
круна
中文
王冠
ZH-TW
王冠
Παραδείγματα
“φοράει χρυσή κορόνα”
“Την αγαπούσε πολύ. Κορόνα στο κεφάλι του την είχε, τίποτα δεν της έλειπε.”
“κορόνα Σουηδίας”
“στην έκφραση: κορόνα γράμματα”
“κορόνα δοντιού”
“Η κορόνα του Ήλιου είναι ορατή κατά τη διάρκεια μιας ολικής ηλιακής έκλειψης”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free