κορόνα
Ορισμοί
- το στέμμα του βασιλιά
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
πολύτιμος, πολυαγαπημένος figuratively
- νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών
- (νόμισμα, προφορικό ο εμπροσθότυπος νομίσματος που έχει την παράσταση στέμματος, ή πορτρέτο μονάρχη, ή άλλο σύμβολο
- θήκη για δόντι
- η εξωτερική στιβάδα της ατμόσφαιρας ενός αστέρα
Ισοδύναμα
44 more languages
Azərbaycan dilitac
Българскикорона
Catalàcorona
Češtinakoruna
Cymraegcoron
Danskkrone
Esperantokrono
Eestikroon
فارسیتاج
Gaeilgecoróin
Hrvatskikruna
Magyarkorona
Հայերենթագ
Bahasa Indonesiamahkota
Íslenskakróna
Italianocorona
日本語王冠
ქართულიგვირგვინი
Latinacorona
Lietuviųkarūna
Latviešukronis
Македонскикру́на
Bahasa Melayumahkota
Portuguêscoroa
Românăcoroană
Русскийкорона
Slovenčinakoruna
Slovenščinakrona
Shqipkurorë
Српскикруна
ไทยมงกุฎ
中文王冠
繁體中文王冠
Παραδείγματα
“φοράει χρυσή κορόνα”
“Την αγαπούσε πολύ. Κορόνα στο κεφάλι του την είχε, τίποτα δεν της έλειπε.”
“κορόνα Σουηδίας”
“στην έκφραση: κορόνα γράμματα”
“κορόνα δοντιού”
“Η κορόνα του Ήλιου είναι ορατή κατά τη διάρκεια μιας ολικής ηλιακής έκλειψης”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free