HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κορόνα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
koˈɾo.na

Ορισμοί

  1. το στέμμα του βασιλιά
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. πολύτιμος, πολυαγαπημένος
    figuratively
  4. νομισματική μονάδα διαφόρων χωρών
  5. (νόμισμα, προφορικό ο εμπροσθότυπος νομίσματος που έχει την παράσταση στέμματος, ή πορτρέτο μονάρχη, ή άλλο σύμβολο
  6. θήκη για δόντι
  7. η εξωτερική στιβάδα της ατμόσφαιρας ενός αστέρα

Ισοδύναμα

العربية تآج تاج
Azərbaycanca tac
Български корона
Català corona corona
Čeština koruna
Cymraeg coron
Dansk krone krone
Deutsch Kopf Krone kröne
English crown crown crown Heads heads heads
Esperanto krono
Español cabezas corona corona
Eesti kroon
فارسی تاج
Gaeilge coróin
עברית כתר כתר עץ
हिन्दी ताज ताज़े
Hrvatski kruna
Magyar korona
Հայերեն թագ
Bahasa Indonesia mahkota
Íslenska króna
Italiano corona corona
日本語 王冠
ქართული გვირგვინი
한국어 앞면 왕관
Latina corona
Lietuvių karūna
Latviešu kronis
Македонски кру́на
Bahasa Melayu mahkota
Nederlands kop kroon kroon
Polski Korona orzeł
Português coroa coroa coroa
Română coroană
Русский корона
Slovenčina koruna
Slovenščina krona
Shqip kurorë
Српски круна
Svenska krona kröna
Türkçe taç Tura
Українська корона начальство
中文 王冠
ZH-TW 王冠

Παραδείγματα

“φοράει χρυσή κορόνα”
“Την αγαπούσε πολύ. Κορόνα στο κεφάλι του την είχε, τίποτα δεν της έλειπε.”
“κορόνα Σουηδίας”
“στην έκφραση: κορόνα γράμματα”
“κορόνα δοντιού”
“Η κορόνα του Ήλιου είναι ορατή κατά τη διάρκεια μιας ολικής ηλιακής έκλειψης”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κορόνα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free