Meaning of κολόνα | Babel Free
/koˈlo.na/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ο κίονας
- ο στύλος
- ο στύλος από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατακόρυφο δομικό στοιχείο του φέροντος οργανισμού ενός κτηρίου
Παραδείγματα
“οι κολόνες της ΔΕΗ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.