HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κολόνα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
koˈlo.na

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. ο κίονας
  3. ο στύλος
  4. ο στύλος από οπλισμένο σκυρόδεμα, κατακόρυφο δομικό στοιχείο του φέροντος οργανισμού ενός κτηρίου

Ισοδύναμα

13 more languages

Παραδείγματα

“οι κολόνες της ΔΕΗ

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κολόνα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free