HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κλιμάκιο | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. η βαθμίδα σε μια κλίμακα (πχ φορολογική, μισθολογική κ.λπ.)
  2. η ομάδα στελεχών ενός οργανισμού που ανήκουν στην ίδια βαθμίδα της ιεραρχίας ή με μία συγκεκριμένη αποστολή

Παραδείγματα

“οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλάζουν μισθολογικό κλιμάκιο κάθε δύο χρόνια”
“την Ελλάδα επισκέπτεται κλιμάκιο στελεχών του Δ.Ν.Τ.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κλιμάκιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course