Meaning of κλιμάκιο | Babel Free
Ορισμοί
- η βαθμίδα σε μια κλίμακα (πχ φορολογική, μισθολογική κ.λπ.)
- η ομάδα στελεχών ενός οργανισμού που ανήκουν στην ίδια βαθμίδα της ιεραρχίας ή με μία συγκεκριμένη αποστολή
Παραδείγματα
“οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλάζουν μισθολογικό κλιμάκιο κάθε δύο χρόνια”
“την Ελλάδα επισκέπτεται κλιμάκιο στελεχών του Δ.Ν.Τ.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.