Meaning of κινέζικα | Babel Free
/ciˈne.zi.ka/Ορισμοί
- η κινεζική γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα, η γλώσσα των Χαν, κυρίως η μανδαρίνικη ποικιλία, με ιστορία 3.000 χρόνων. Μιλιέται από πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους. Γράφεται με λογογραφικό σύστημα γραφής απλοποιημένη ή παραδοσιακή αλλά και με λατινικούς χαρακτήρες (πινγίν).
-
, η κινεζική γλώσσα, γλώσσα που μιλιέται στην Κίνα familiar
-
τα ακαταλαβίστικα, τα αλαμπουρνέζικα figuratively
- προϊόντα μαϊμού, φτηνά προϊόντα, προϊόντα που δεν πληρούν τους ευρωπαϊκούς νόμους (νομοθετημένους κανόνες) περί ασφάλειας
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Alternative form (more formal): κινεζικά n pl (kineziká)”
“Είναι κινέζικα για μένα!”
It’s Greek to me!
“Αυτά μου φαίνονται κινέζικα.”
This seems Chinese to me.
“Alternative form (less formal): κινέζικα n pl (kinézika)”
“εμένα αυτά μου φαίνονται κινέζικα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.