Meaning of κηλίδωση | Babel Free
Ορισμοί
- ενέργεια που κηλιδώνει, ντροπιάζει
- δημιουργία κηλίδας ή κηλίδων
- ασθένεια φυτών κατά την οποία δημιουργούνται κηλίδες στα φύλλα τους ή τους καρπούς τους
Παραδείγματα
“Αὐτὸ ἀποτελεῖ , ἂν χρειαστεῖ , μιὰ ἐπιπλέον ἀπόδειξη τῆς ἑνότητας τοῦ παπαδιαμαντικοῦ μύθου : ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἁμαρτίας, δηλαδὴ τοῦ ἔρωτα γιὰ τὴ μητέρα, ἡ κηλίδωση τῆς «παιδίσκης» καὶ ἡ ἀνεξίτηλη ἐνοχή (Guy Saunier, Εωσφόρος και άβυσσος: ο προσωπικός μύθος του Παπαδιαμάντη, εκδ. Άγρα, 2001, σελ. 372)”
“※ Μειονέκτημα του ιωδίου είναι η κηλίδωση του δέρματος και των υφασμάτων και η πρόκληση ευαισθησίας στο δέρμα ορισμένων ατόμων (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τομ. 36, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1991, 561)”
“※ Στις εναέριες καταβολάδες του φυτού Ficus elastica η δακτυλίωση συνοδεύεται από κηλίδωση και μάρανση των φύλλων, η οποία όπως διαπιστώθηκε, οφείλεται στη μείωση της ικανότητας μεταφοράς νερού στον βλαστό (Επιστημονική επετηρίδα του τμήματος Γεωπονίας της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών, τόμ. 30, 1993, σελ. 143)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.