Meaning of κεντρί | Babel Free
/cenˈdɾi/Ορισμοί
- οξύ όργανο εντόμων με το οποίο εγχέουν τοξική ουσία τσιμπώντας κάποιο θύμα ή όποιον θεωρούν εχθρό
-
αιχμηρό αντικείμενο με το οποίο μπορούμε να τσιμπήσουμε ή να πονέσουμε κάποιον broadly
-
δηκτικό σχόλιο, υπαινιγμός ή αστείο και (κατ’ επέκταση) ο άνθρωπος που το κάνει figuratively
Ισοδύναμα
English
Stinger
Παραδείγματα
“※ Τα τσιμπήματα από έντομα τύπου μέλισσας ή σφήκας προκαλούν μια τοπική φλεγμονώδη αντίδραση του δέρματος που είναι αποτέλεσμα του δηλητηρίου που ενίεται στον οργανισμό μας με το κεντρί του εντόμου. (εφ. Ελευθεροτυπία, 21/7/2009)”
“※ Όχι βεβαίως για να αποκαταστήσει το όνομα του Αριστείδη Στεργιάδη, αλλά για να προκαλέσει τον αναγνώστη και να τον προσκαλέσει σε ένα ταξίδι μνήμης, δίνοντάς του την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αποδράσει προς το χώρο εκείνο, όπου οι δύσκολες ιστορικοπολιτικές καταστάσεις υπαγόρευαν, άλλοτε άθελα και άλλοτε ηθελημένα, συμπεριφορές ακατανόητες, ανάρμοστες, εγωιστικές, εξωφρενικές, περίεργες, συμπεριφορές που ενώ γλύκαιναν τον αγέρα, έβγαζαν κι ένα φαρμακερό κεντρί που κένταγε μέχρι μέσα τις πονεμένες καρδιές, κι ας ήταν των απλών πολιτών. (εφ. Το Βήμα, 4/2/2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.