HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καυστήρας | Babel Free

Noun masculine CEFR B2

Ορισμοί

  1. ειδικός μηχανισμός, που συντελεί στη καύση υγρού ή αερίου
  2. παρελκόμενο τμήμα εγκατάστασης λέβητα π.χ. καλοριφέρ, ο οποίος χρησιμοποιεί κάποιο καύσιμο υλικό για να παράγει θερμότητα και να ζεστάνει το νερό του λέβητα
  3. άλλη μορφή του καυτήρας
    rare

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καυστήρας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course