Meaning of καυστήρας | Babel Free
Ορισμοί
- ειδικός μηχανισμός, που συντελεί στη καύση υγρού ή αερίου
- παρελκόμενο τμήμα εγκατάστασης λέβητα π.χ. καλοριφέρ, ο οποίος χρησιμοποιεί κάποιο καύσιμο υλικό για να παράγει θερμότητα και να ζεστάνει το νερό του λέβητα
-
άλλη μορφή του καυτήρας rare
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.