HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

καυστήρας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. ειδικός μηχανισμός, που συντελεί στη καύση υγρού ή αερίου
  2. παρελκόμενο τμήμα εγκατάστασης λέβητα π.χ. καλοριφέρ, ο οποίος χρησιμοποιεί κάποιο καύσιμο υλικό για να παράγει θερμότητα και να ζεστάνει το νερό του λέβητα
  3. άλλη μορφή του καυτήρας
    rare

Ισοδύναμα

14 more languages

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη καυστήρας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free