Σημασία του καταπίεση | Babel Free
ka.taˈpi.e.siΟρισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπιέζω, η συστηματική άσκηση εξωτερικής ή εσωτερικής πίεσης που περιορίζει την ελευθερία, τα δικαιώματα ή την αυθόρμητη έκφραση ενός ατόμου ή μιας ομάδας, οδηγώντας σε ανισότητα, στέρηση ή ψυχική καταστολή
Ισοδύναμα
العربية
ظلم
Azərbaycan dili
zülm
Беларуская
прыгнёт
Български
притеснение
বাংলা
জুলুম
Català
opressió
Čeština
útlak
Cymraeg
gormes
Dansk
undertrykkelse
Deutsch
Unterdrückung
Español
opresión
فارسی
ظلم
Français
oppression
Gàidhlig
sàrachadh
עברית
דיכוי
Հայերեն
հալածանք
Italiano
oppressione
Кыргызча
эзүү
Português
opressão
Română
oprimare
Svenska
förtryck
ئۇيغۇرچە
زۇلۇم
اردو
ظلم
Παραδείγματα
“Η καταπίεση των μειονοτήτων από το καθεστώς οδήγησε σε κοινωνικές εντάσεις και εξεγέρσεις.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free