καταπίεση
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπιέζω, η συστηματική άσκηση εξωτερικής ή εσωτερικής πίεσης που περιορίζει την ελευθερία, τα δικαιώματα ή την αυθόρμητη έκφραση ενός ατόμου ή μιας ομάδας, οδηγώντας σε ανισότητα, στέρηση ή ψυχική καταστολή
Ισοδύναμα
37 more languages
العربيةظلم
Azərbaycan dilizülm
Беларускаяпрыгнёт
Българскипритеснение
বাংলাজুলুম
Catalàopressió
Češtinaútlak
Cymraeggormes
Danskundertrykkelse
DeutschUnterdrückung
فارسیظلم
Gàidhligsàrachadh
עבריתדיכוי
Հայերենհալածանք
Italianooppressione
Кыргызчаэзүү
Portuguêsopressão
Românăoprimare
Svenskaförtryck
ئۇيغۇرچەزۇلۇم
اردوظلم
Παραδείγματα
“Η καταπίεση των μειονοτήτων από το καθεστώς οδήγησε σε κοινωνικές εντάσεις και εξεγέρσεις.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free